Σημείωση:
Η μικρή αυτή ιστορία λαμβάνει χώρα πριν τα γεγονότα του βιβλίου Χωρίς Χάρτη.
Το Χωρίς Χάρτη μπορείτε να το βρείτε διαθέσιμο στην Amazon σε έντυπη μορφή.
****
Δεν ξέρω τι βρίσκω
πιο εκνευριστικό σε αυτή τη ζωή, την
σιωπή που βγάζει εκνευρισμό προς τα έξω
ή τον ήχο που συνήθως τη διακόπτει. Κάπως
έτσι νιώθω αυτή τη στιγμή που προσπαθώ
να αποφασίσω τι μου προκαλεί μεγαλύτερη
αναστάτωση. Οι γονείς μου είναι αμίλητοι
και με κοιτάζουν με μισό μάτι λες και
είναι δικό μου φταίξιμο που έμεινα χωρίς
δουλειά, ενώ τα κουτάλια που χτυπάνε
πάνω στα πιάτα μου προκαλούν νευρικό
κλονισμό. Ο πατέρας μου ρουφάει τη σούπα
κάνοντας τη μάνα μου να αναστενάζει
αγανακτισμένα ανά δευτερόλεπτο ενώ
εμένα τα μάτια μου σταματάνε σε κάθε
γωνιά του δωματίου που είναι πιο
αποστειρωμένο κι από δωμάτιο νοσοκομείου.
Οι γονείς μου δεν έχουν πάρει είδηση
ακόμα πως σε πέντε μέρες έχουμε
Χριστούγεννα κι ενώ προσπαθώ από παιδί
να μην κολλήσω τα ελαττώματά τους, αυτό
δυστυχώς το πήρα. Ούτε το δικό μου σπίτι
είναι διακοσμημένο λες και δεν υπάρχει
αυτή η γιορτή. Και τώρα που το σκέφτομαι,
θλίβομαι, γιατί πριν χρόνια είχα δώσει
υπόσχεση στον εαυτό μου πως όταν θα
έφευγα από το σπίτι των γονιών μου, θα
έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για
να γιορτάζω αυτή τη μαγική γιορτή που
στερήθηκα μεγαλώνοντας. Και να που
ξέχασα την υπόσχεση, όπως πάντα, όπως
τόσες που είχα δώσει στον εαυτό μου.
«Αλεξάνδρα, μην
καμπουριάζεις».

