Μία από τις πολλές ιδέες που βασανίζουν το μυαλό μου, ξεκινάει κάπως έτσι...
©Νεκταρία Μαρκάκη 2019
All rights reserved
********
Ήταν δεκατεσάρων όταν άλλαξε εντελώς
η ζωή του. Μικρο, αμούστακο παιδί ήταν
με όνειρα κι όρεξη, που του τα απαγόρευαν
για να του επιβάλλουν μια άλλη ζωή που
δεν ήθελε. Ένας ήταν ο σκοπός του από
τότε που γεννήθηκε, κατά τον πάτερα του,
να είναι η βοήθεια του. Το δεξί του χέρι.
Μα κανείς δεν τον ρώτησε αν ήθελε να
μυρίζει κοπριά ή να σκαλίζει χώματα όλη
μέρα . Με το ζόρι πήγε σχολείο κι αυτό
γιατί το έσκαγε από το κρεββάτι του για
να είναι ο πρώτος στην αυλή του δημοτικού,
πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ο πατέρας
του τον έπαιρνε σηκωτό από εκεί κι η
τιμωρία του ήταν πάντα επίπονη και
μεγάλη. Τα σημάδια από τη ζώνη που έπεφτε
με δύναμη στην κοκαλιάρικη πλάτη του,
δεν έλεγαν να φύγουν. Έμεναν εκεί ζωντανά
να του θυμίζουν πως κοντά σ’ αυτόν τον
άνθρωπο, δεν θα είχε ποτέ μέλλον. Πως
δεν θα έπαυε ποτέ να φοβάται σε σημείο
τα βράδια να κατουριέται πάνω του.
Ήταν θαύμα το γεγονός ότι μια μέρα του
είπε πως μπορούσε να πηγαίνει σχολείο
με την προϋπόθεση πως θα επέστρεφε
απευθείας σπίτι για να τον βοηθάει με
τα ζώα. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη.
Μπορεί να του στερούσε τις χαρές της
παιδικής του ηλικίας αλλά τουλάχιστον
δεν του έκοβε το όνειρο εντελώς. Ίσως
κατάφερνε να βγάλει και το λύκειο, να
έφευγε κοντά από εκείνον. Τον τύραννο
του. Τον μεγαλύτερο του φόβο. Μεγάλωνε
τρέμοντας μονίμως μην κάνει κάτι που
μπορούσε να τον εξωθήσει στα άκρα. Έκανε
ό,τι περνούσε από το χέρι του να είναι
υπάκουος και να δουλεύει σκληρά για να
μην τον πάρει μακριά από το σχολείο που
είχε γίνει πλέον η μόνη του απόδραση
από τη ζωή που τόσο πολύ μισούσε.