16.
Άνοιξε
το βήμα της για να απομακρυνθεί βρίζοντας
την ώρα και τη στιγμή που μπήκε στο
βιβλιοπωλείο. Εξαιτίας του είχε χάσει
τον ύπνο της, κάθε ίχνος λογικής για
πολύ καιρό και τώρα, μία δουλειά που
ήθελε και θα αγαπούσε. Τα μάτια της
βούρκωσαν γιατί ακόμα και τώρα η καρδιά
της φώναζε το όνομά του, παρότι την είχε
πληγώσει ανεπανόρθωτα. Προσπάθησε να
περάσει το δρόμο ώστε να χαθεί από το
οπτικό του πεδίο μόλις τον άκουσε να
την καλεί πάλι, αλλά την τελευταία στιγμή
ένα χέρι τη σταμάτησε, πάνω που πάτησε
το πόδι της στο οδόστρωμα. Ένα αυτοκίνητο
πέρασε ξυστά από δίπλα της. Τρομοκρατήθηκε
στη σκέψη πως αν είχε κατέβει από το
πεζοδρόμιο μπορεί και να την είχε
χτυπήσει. Άφησε έναν πνιχτό λυγμό φόβου
και άθελά της, στράφηκε προς τον Άγγελο
που στεκόταν πίσω της. Έκλεισε τα μάτια
και αφέθηκε στην αγκαλιά του ·εκεί
πάντοτε όλα ήταν καλά, όμορφα και ασφαλή.